Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Ιωάννης Μιχαήλ Παναγιωτόπουλος


 

Γεννήθηκε στη γραφική νησιώτικη ΓΗ του Αιτωλικού, στα 1901, όπου κι έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Πέθανε στην Αθήνα το 1982. Απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 Η πρώτη του εμφάνιση στα Γράμματα υπήρξε η ομιλία του για το «ποιητικό έργο του Κωστή Παλαμά», που έγινε η απαρχή μιας μακράς λογοτεχνικής και στοχαστικής διαδρομής, που καλύπτει έξι δεκαετίες κι εκφράστηκε με διηγήματα, ποιήματα, αφηγήματα, βαθυστόχαστα δοκίμια, λογοτεχνικές κριτικές, θελκτικές ταξιδιωτικές εντυπώσεις, εμπεριστατωμένες φιλολογικές μελέτες και γοητευτικές ομιλίες.

 Το πρώτο του βιβλίο κυκλοφόρησε το 1924, με τον τίτλο «Το βιβλίο της Μιράντας», που είναι συλλογή 26 ποιημάτων. «Ο Χανς κι άλλα Πεζά», είναι το δεύτερο βιβλίο του, που κυκλοφορεί στα 1925. Την ίδια χρονική περίοδο συνεργάζεται με την Εγκυκλοπαίδεια «Πυρσός», όπου γράφει περίπου τρεις χιλιάδες άρθρα.

 Στα 1933 εκδίδει το βιβλίο με τίτλο «Λυρικά Σχέδια», συνεργάζεται με την εφημερίδα «Πρωία», ενώ στα 1936 εκδίδει το βιβλίο « Στοιχεία Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας». <--more--> Ακολουθούν στα 1937 και 1940 οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις με τίτλους «Μορφές της Ελληνικής Γης» και «Ελληνικοί Ορίζοντες». Στα 1943 έγραψε και τύπωσε αφηγηματικά κείμενα «Τα χειρόγραφα της Μοναξιάς», το 1944 το μυθιστόρημα «Οι δύο και η Νύχτα», ενώ τα μυθιστορήματα «Αστροφεγγιά» και «Χαμοζωή» τα εκδίδει στα 1945.

 Στα 1952 εκδίδει την ποιητική συλλογή «Ο κύκλος των Ζωδίων» και στα 1953 άλλα δυο ταξιδιωτικά βιβλία «Ευρώπη», «Θέσεις και Αντιθέσεις του Ελληνικού Τοπίου». Στα 1963 τυπώνει ένα μελέτημα για το Ζαλοκώστα κι ένα ταξιδιωτικό αναφερόμενο στην Κύπρο, ενώ η συγγραφική του δραστηριότητα συνεχίζεται πλούσια ως το 1980.

 Έξι ολόκληρες δεκαετίες λογοτεχνικής δραστηριότητας, όπου στοχάζεται και οραματίζεται, ερευνά και αναζητά την αλήθεια. ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΗΣ Σήμερα στους τάφους των ηρώων άκρα γαλήνη βασιλεύει. Με αργά, σχεδόν ιερατικά κινήματα ο κηπουρός σκαλίζει το χώμα, φροντίζει τη χλόη, φυτεύει τα νέα λουλούδια, που θα ευωδιάσουν τον ύπνο των μακαρίων.

 Ο Καψάλης στηρίζει το συννεφιασμένο κεφάλι του στον αλύγιστο οβελίσκο του μαρμάρου κι η παιδούλα στον τάφο του Μπότσαρη, με τη σκληρή αγορίστικη ομορφιά της, βλαστάνει σαν άσπρος αφρός ανάμεσα στη σιωπή…
 Κι είναι μια ευεργεσία για όλους μας, που μπορούμε και στις χειρότερες ώρες των εθνικών απογνώσεων να στοχαζόμαστε με δίκαιη καύχηση: «Έχομε το Μεσολόγγι!». «Το πάθος και η δόξα μιας πολιτείας»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου