Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Χορδόφωνα: Λύρα

Η τεχνική του δοξαριού ανιχνεύεται στο Βυζάντιο ήδη τον 10ο αι. μ.Χ., με προέλευση την Κεντρική Ασία. Το ρεμπάμπ των Αράβων και το ρεμπέκ (βιέλα) των τροβαδούρων της Δυσης, στην Ελλάδα κρατά το όνομα του κυριότερου αρχαιοελληνικού χορδοφώνου: λύρα, για διαφορετικό όμως οργανολογικό τύπο, με δοξάρι.
Έχει 3 χορδές που δεν πιέζονται με την ψίχα των δακτύλων, όπως στο βιολί, αλλά με το νύχι από τα πλάγια.

 Παλαιότερα παιζόταν  σ' όλη την Ελλάδα και κάθε λυράρης ή λυριστής έφτιαχνε ο ίδιος τη λύρα του. Στις μέρες μας, με την εξάπλωση του λαϊκού βιολού, περιορίζεται πλέον στην Κρήτη, τα Δωδεκάνησα (Κάσος, Κάρπαθος) και στη Μακεδονία (πρόσφυγες από τη Β. Θράκη). Από την εποχή του μεσοπολέμου στα αστικά κέντρα, στα εργαστήρια των οργανοποιών, το αρχέτυπο λυράκι δέχεται μια σειρά από προσθήκες και μορφολογικές αλλαγές σύμφωνα με το πρότυπο του βιολιού, για να καταλήξουμε στη βιολόλυρα και στον νεότερο τύπο κρητικής λύρας, που προσφέρουν περισσότερες τεχνικές δυνατότητες στους δεξιοτέχνες λυράρηδες.
Στις μέρες μας, το δοξάρι του βιολιού έχει αντικαταστήσει το παλαιό κοντό και κυρτό δοξάρι με τα γερακοκούδουνα που, με κατάλληλες κινήσεις, συνόδευε ρυθμικά και με ένα ίσο ηχοχρώματος τη μελωδία της λύρας. Το ρόλο αυτόν τον έχει πλέον το λαγούτο.

                   
                  Τρόπος κρατήματος του δοξαριού.                       Αχλαδόσχημη λύρα Κρήτης, 18ου αι.
                                                                             Δοξάρι με γερακοκούδουνα εποχής μεσοπολέμου.

Λύρες και Νταούλι. Αναστενάρια,
Αγία Ελένη Σερρών.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου