Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αερόφωνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αερόφωνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Αερόφωνα: Ζουρνάς

Ο ζουρνάς ή καραμούζα ή πίπιζα είναι όργανο τύπου όμποε, δηλαδή με διπλό γλωσσίδι, στο οποίο οφείλει τον οξύ, διαπεραστικό ήχο.
Στην οικογένεια άνηκε και ο αυλός, το κατεξοχήν πνευστό της αρχαίας ελληνικής μουσικής. Φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη (από 22 έως και 60 εκ.). Τους πιο κοντούς ζουρνάδες τους συναντάμε στη δυτική Ρούμελη και τον Μωριά και τους μακρύτερους στη Μακεδονία.
Συνήθως παίζονται δύο ζουρνάδες μαζί (ο ένας για τη μελωδία κι ο άλλος για το ίσο). Με το νταούλι αποτελούν το παραδοσιακό συγκρότημα (ζυγιά) της στεριανής Ελλάδας κατάλληλο γι' ανοιχτό χώρο.


            
                                      Πηλιορίτης ζουρνατζής.                       Ζουρνάς Μακεδονίας.
                                                         και πίπιζα Αττικής.


                                   
      Ζουρνάδες και νταούλι.                          
                                       Ελληνική γαμήλια πομπή. (1803)              Ζουρνατζής από τον Παρνασσό.




Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Αερόφωνα: Τσαμπούνα και Γκάιντα

Ο άσκαυλος έρχεται στην Ελλάδα από την Ασία τον 1ο με 2ο αι. μ.Χ. και τον τσαμπούνα (στα νησιά) και τη γκάιντα (σε Μακεδονία και Θράκη). Κατασκευαστής είναι ο ίδιος ο τσαμπουνιάρης ή γκαϊντατζής που χρησιμοποιεί για το ασκί δέρμα κατσίκας ή εριφίου ειδικά κατεργασμένο και για το επιστόμιο καλάμι, ξύλο ή κόκαλο. Οι δύο τύποι διαφέρουν κυρίως στη συσκευή για την παραγωγή του ήχου.

Στην τσαμπούνα προσαρμόζονται με κερί σε μία ξύλινη αυλακωτή βάση, δύο καλαμένιοι αυλοί τύπου κλαρινέτου (με μονό γλωσσίδι). Στον έναν ο μουσικός παίζει τη μελωδία και με τον άλλο κρατά το ίσο. Παίζεται είτε μόνη της είτε μαζί με τουμπί ή αχλαδόσχημη λύρα.
Στη γκάιντα οι δύο ξύλινοι αυλοί είναι ανεξάρτητοι. Ο ένας, για τη μελωδία, έχει 7 τρύπες (6+1), ενώ ο δεύτερος (μπουρί ή μπάσο), μακρύς και σε τρία συνήθως κομμάτια, «ταιριάζεται» με την τονική και είναι ο ισοκράτης. Παίζεται είτε μόνη της είτε μαζί με τουμπελέκι, νταούλι ή νταχαρέ.

           
                                         Τσαμπούνα                                           Γκάιντα




Γκάιντα από το Σουφλί Θράκης



Αερόφωνα: Σουραύλι και Μαντούρα

Το σουραύλι παίζεται κυρίως στη νησιωτική Ελλάδα. Το επιστόμιό του, λοξοκομμένο στα κοντά σουραύλια και ίσιο στα μακριά, κλείνεται με τάπα που αφήνει μία λεπτή σχισμή από όπου περνάει το φύσημα.

Η μαντούρα παίζεται κυρίως στην Κρήτη και φτιάχνεται μόνο από καλάμι. Το επιστόμιό της, κλειστό από τον κόμπο του καλαμιού, είναι τύπου κλαρινέτου, με ένα λεπτό γλωσσίδι. Το μέρος αυτό μπαίνει ολόκληρο μέσα στο στόμα, όπου με το φύσημα πάλλεται το γλωσσίδι και δημιουργεί ήχο.

                        
                             Βοσκός παίζει το σουραύλι                           Καλαμένιες μαντούρες ή
                                       Κρήτη 1954                                 μονοτσάμπουνα από την Κρήτη 
                                                                                                και από άλλα νησιά
                                             

                                                    Καλαμένια σουραύλια: Πιθκιαύλι Κύπρου
                                                          τυλιγμένο με δέρμα φιδιού
                                                           και σουραύλια Σαντορίνης
      




Αερόφωνα: Φλογέρα

Παίζεται κυρίως στη στεριανή Ελλάδα και είναι ένας σωλήνας ανοιχτός και στα δύο άκρα. Ανάλογα με το μήκος και τις τρύπες που έχουν, οι φλογέρες διακρίνονται σε κοντές (έως περίπου 50 εκ.) και μακριές (έως περίπου 85 εκ. - τζαμάρες στην Ήπειρο και καβάλια στη Θράκη).


                    Φλογέρες από κόκαλα 
                    αρπακτικών πουλιών




                                                   Βοσκός με φλογέρα                      
                                                στον Παρνασσό, δεκ.50



Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Αερόφωνα: Κλαρίνο

Το κλαρίνο, ως  λαϊκό μουσικό όργανο, έρχεται στην Ελλάδα από την Τουρκία γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα. Από την Ήπειρο και τη δυτική Μακεδονία διαδίδεται στην υπόλοιπη χώρα και μαζί με το βιολί, το λαγούτο και το ντέφι (αργότερα και με το σαντούρι), αποτελούν την κομπανία, το κατεξοχήν λαϊκό συγκρότημα της στεριανής Ελλάδας, που αντικαθιστά σιγά σιγά την πατροπαράδοτη ζυγιά ζουρνάς - νταούλι.
Στο λαϊκό κλαρίνο περνούν τα «πιασίματα» της φλογέρας και του ζουρνά, πετυχαίνοντας έτσι, σε ένα δυτικό μουσικό όργανο και με μίαν ιδιότυπη τεχνική, τα μη συγκερασμένα διαστήματα των παραδοσιακών ελληνικών κλιμάκων.
Από την εποχή του Μεσοπολέμου παίρνει την πρώτη θέση ανάμεσα στα μελωδικά όργανα, αναγνωρίζεται ως όργανο «εθνικό» και οδηγεί την οργανική μουσική σε μία νέα, λαμπρή περίοδο, μέσα από την επεξεργασία παλαιών μελωδιών στα χέρια άξιων δεξιοτεχνών.

Λαϊκο κλαρίνο σε κοσμικό κέντρο, δεκ. 1960

Ηπειρώτικη κομπανία, 1930